«Όλα ξεκινούν από μια μικρή, τόση δα ιδέα»
November 18, 2024

«Όλα ξεκινούν από μια μικρή, τόση δα ιδέα»

Μια φευγαλέα σκέψη, μια φλασιά που μοιάζει ουτοπική. Σκέφτεσαι: «Γιατί όχι;» Συνθέτεις στο μυαλό σου τα βήματα και λες ξανά: «Γιατί όχι!!!» Έτσι αρχίζουν όλα.

Μια μέρα μουντή, που δεν έχεις μεγάλα κέφια, βγαίνεις από την πόρτα σου, σηκώνεις το βλέμμα και πέφτεις πάνω σε πολλή ασχήμια. Μαυρίλα παντού, μουντζούρες -δήθεν γκράφιτι, βρωμιές, βρομόλογα. Στο ύψος των ματιών. Και τότε, σε μια στιγμή, αρχίζει να φουσκώνει μέσα σου αυτό το «όχι ρε γα@&το!».

Μετά έρχεται η ιδέα. Ντανγκ! Ένα λαμπάκι, όπως στον Μίκυ Μάους. «Θα τον ζωγραφίσω όλο τον κ@&όδρομο, όπως ζωγράφισα το μπαλκόνι στο 403.» Ξέρεις, από εκείνα τα όνειρα που λες: «Θα σηκωθώ να φύγω στην Αυστραλία να με ψάχνουν!» Κι όμως, την άλλη μέρα είσαι ακόμα εκεί, φαντάρος.

Αυτό όμως δεν ήταν ένα τέτοιο όνειρο. Δεν ήταν ένα one-night stand. Αποδείχτηκε… γάμος. Δε με άφηνε να ησυχάσω. Άρχισα λέγοντας: «Ας πάρω πρώτα έγκριση από τις οικοδομές και τον Δήμο, και βλέπουμε.» Χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Σχεδόν πίστευα πως θα φροντίσουν εκείνοι να με απαλλάξουν από την ουτοπία.

Ο Δήμος, πράγματι, “φρόντισε”. Πολλά τηλέφωνα, email, αναμονή απ’ έξω για ώρες, αλλά αντίδραση καμία. Ζητούσα μόνο άδεια, όχι χρήματα—να το διευκρινίσουμε.

Η γειτονιά όμως με εξέπληξε. Ήταν εκεί. Όσοι έβλεπα, όσοι γνώριζα. Η Άννα-Μαρία η φαρμακοποιός, ο μηχανικός συμφοιτητής του μπαμπά μου από το 1, ο κύριος Γιώργος με το μαγαζί, το παιδί στο διπλανό διατηρητέο. Μέσα σε λίγο χρόνο πήρα την έγκριση από όλες τις οικοδομές. «Ας τον ζωγραφίσουμε τον δρόμο μας, ας τον καθαρίσουμε, ας τον ομορφύνουμε.»

«Ιστορία γράφουν οι παρέες»

Οι φίλοι που συνεννοούνται γρήγορα και άμεσα. Εκείνοι που ακόμα αντέχουν και ονειρεύονται, που δουλεύουν με πάθος για μια ιδέα χωρίς να φείδονται κόπου, ακόμα κι αν δε θα πληρωθούν ή ίσως βρουν και τον μπελά τους.

Πρώτη ήταν η Ράνια Φραγκουλίδου. «Ράνια, σκέφτομαι αυτό και αυτό. Ξέρεις γκραφιτάδες;»
«Τι γκραφιτάδες, βρε! Άσε να ρωτήσω τον Μπελημπασάκη (Γιάννη, με πολλά ν!), τη Χριστιάνα (Ηλιοπούλου—με πολύ ήλιο) και τα παιδιά, και σου λέω.»

Κι έτσι, η συνέχεια κύλησε σχεδόν αβίαστα. Παρά τις καταλήψεις, τις δουλειές και τις δυσκολίες, η ομάδα εμφανίστηκε μια ηλιόλουστη μέρα—με την τσίμπλα στο μάτι—έτοιμη για δράση. Συζητήσεις, φωτογραφίες, ιδέες, διαφωνίες. Στη Σχολή, στο Εργαστήριο Χαρακτικής, και επιτόπου στον δρόμο.

Στο μεταξύ, το Gatto Perso είχε ήδη πιάσει δουλειά. Με τον κυρ Πέτρο καθαρίσαμε όλο τον δρόμο. Σβήσαμε μουντζούρες, αφαιρέσαμε κολλημένα πόστερ, στοκάραμε, βάψαμε. Προετοιμάσαμε τον καμβά για τους καλλιτέχνες.

Η γειτονιά συμμετείχε ενεργά. Οι περισσότεροι με χαρά και ανυπομονησία. Μόνο μια αντιδραστική φωνή έκανε την εμφάνισή της, αλλά ήταν η εξαίρεση. Επέμενε να προτιμά τις μουντζούρες και το μεγάλο πέος στην τζαμαρία του εργαστηρίου της από την τέχνη. Αν δεν ήταν απέναντι από την πόρτα μου, ίσως το άφηνα, προσθέτοντας κάτι για να το απογειώσω.

Η μεγάλη μέρα: Την περασμένη Τετάρτη στις 8:30 π.μ., καθηγητές και 15 φοιτητές από τη Σχολή Καλών Τεχνών έπιασαν δουλειά. Γέμισαν τον δρόμο και τις καρδιές μας με ζωντάνια. Ευγενικοί, διακριτικοί, αφοσιωμένοι, δούλευαν ακούραστα μέχρι αργά το βράδυ, κάτω από τον καυτό ήλιο.

Ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα

Όλη αυτή η εμπειρία ήταν για μένα κάτι πολύ περισσότερο από ένα project. Ήταν μια θεραπεία αναζωογόνησης. Μια υπενθύμιση ότι το φως είναι πάντα πιο δυνατό από το σκοτάδι.